λύνω [líno] -ομαι  αόρ. έλυσα, απαρέμφ. λύσει, παθ. αόρ. λύθηκα, απαρέμφ. λυθεί, μππ. λυμένος :

βρίσκω το ζητούμενο, το άγνωστο: α. σε ένα μαθηματικό πρόβλημα: ~ ένα πρόβλημα / μια άσκηση / μια εξίσωση. β. σε πνευματικά παιχνίδια: ~ ένα σταυρόλεξο / ένα γρίφο / ένα αίνιγμα. γ. ξεπερνώ, αίρω, διευθετώ τις δυσκολίες, τις περιπλοκές που παρουσιάζει μια κατάσταση, ένα ζήτημα, μια διαδικασία.

                                                 tolyno:  Διάχυση Τεχνογνωσίας

                σε Ρευστοθερμική , Αεροδιαστημική, Ενέργεια , Περιβάλλον

Το tolyno δημιουργήθηκε για να βοηθήσει τον επιστήμονα, τον ερευνητή, τον μελετητή σ’ όλες τις φάσεις της εκπαιδευτικής, μορφωτικής και επαγγελματικής ανέλιξής του, ώστε να έχει πρόσβαση στο ευρύτατο τεχνολογικό πεδίο της Ρευστοθερμικής, στις Εφαρμογές της και σε συγγενείς Τεχνολογίες. 

 

Εδράζεται στα  γνωστικά αντικείμενα της Ρευστομηχανικής, των Ρευστοδυναμικών Μηχανών, της Τεχνολογίας του Φυσικού Αερίου και της Αεροδιαστημικής Τεχνολογίας αλλά και της Θερμοδυναμικής και τεκμηριώνεται στα αντίστοιχα ομώνυμα  συγγράμματα του καθηγητή Δημήτρη Παπανίκα με την αναγκαία θεωρητική ύλη δίνοντας ιδιαίτερη βαρύτητα στις ασκήσεις και τις εφαρμογές.

 

Το Tolyno εμπλουτίζεται παράλληλα και προσφέρει τεχνογνωστικό υλικό από σύγχρονες εξελίξεις, επιλεγμένο από έγκριτες διεθνώς αναγνωρισμένες επιστημονικές-τεχνικές πηγές στον διαδικτυακό χώρο.

Πηγές Τεχνογνωσίας: